συντονισμός

Φαινόμενο κατά το οποίο, όταν ένα σύστημα υφίσταται μια εξωτερική περιοδικά μεταβαλλόμενη δράση θέτεται σε παλμική κίνηση με εύρος τόσο μεγαλύτερο, όσο η συχνότητα της εξωτερικής δράσης πλησιάζει προς τη συχνότητα με την οποία θα ταλαντώνονταν το σύστημα αν αφηνόταν ελεύθερο (ιδιοσυχνότητα). Όταν η συχνότητα της εξωτερικής δράσης συμπέσει με την ιδιοσυχνότητα του συστήματος, η ταλάντωση θα φτάσει σε ένα μέγιστο, το οποίο κατά ορισμένες συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει στη θραύση του συστήματος. Ιδιαίτερα εμφανείς είναι ο μηχανικός σ. και ο ακουστικός σ. Μηχανικό σ. έχουμε π.χ. μεταξύ δύο εκκρεμών ίσου μήκους που συνδέονται μεταξύ τους ελαστικά (π.χ. με ένα ελατήριο)· αν τεθεί σε ταλάντωση το ένα, αρχίζει να ταλαν-τούται και το άλλο. Ακουστικό σ. έχουμε π.χ στα έγχορδα όργανα, στα οποία οι ταλαντώσεις των χορδών θέτουν σε ταλάντωση τον αέρα του ηχείου. Υπάρχει επίσης σ. στα ηλεκτρικά κυκλώματα και στις ηλεκτρικές ταλαντώσεις. Ο οπτικός σ. απαντάται όταν η συχνότητα μιας διεγερτρίας ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας συμπίπτει με κάποια ιδιοσυχνότητα εκπομπής του διεγεφόμενου σώματος. Στη χημεία, ο σ. είναι μια έννοια της κβαντικής μηχανικής που αφορά την ενέργεια των δεσμών και την ατομική και μοριακή δομή, η οποία αποχτά ιδιαίτερη σημασία προκειμένου να ερμηνευτούν οι ιδιότητες των μορίων με διπλούς συζυγείς δεσμούς. Συχνά, τα χαρακτηριστικά των ουσιών αυτών δεν αντιστοιχούν προς τα προβλεπόμενα για ένα μείγμα κάτω από οποιαδήποτε αναλογία, των ισομερών που αντιστοιχούν σε όλες τις πιθανές δομές και παρουσιάζουν μια χημική και θερμική ευστάθεια κατά πολύ ανώτερη. Τυπικό παράδειγμα είναι το βενζένιο, που αν και περιέχει θεωρητικά τρεις διπλούς δεσμούς, δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά ακόρεστων. Η έννοια του σ. εισήχθη από το Χάιζενμπεργκ (1926) και επιτρέπει την ερμηνεία των φαινομενικών αυτών ανωμαλιών, θεωρώντας ότι τα ηλεκτρονικά ζεύγη, που δεν έχουν συζευχθεί, ταλαντώνονται, με μια ορισμένη συχνότητα, κατά μήκος των αξόνων των μορίων, μέχρις ότου σχηματίσουν διπλούς δεσμούς σε σταθερές θέσεις. Ανάλογα με τον αριθμό των θεωρητικών διπλών δεσμών και με τις θέσεις που θα μπορούσαν να λάβουν, λέγουμε ότι το σύστημα «συντονίζεται» μεταξύ δύο ή περισσότερων δομών, λαβαίνοντας στην πράξη μια διάταξη που ονομάζεται «υβρίδιο συντονισμού»· αυτό δεν περιέχει κανέναν ακόρεστο δεσμό, αλλά προκύπτει ευσταθές από την ενέργεια που απορροφιέται από την παλμική κίνηση του ηλεκτρονικού νέφους. Η στάσιμη κβαντική κατάσταση ενός μοριακού συστήματος δίνεται από τις ολικές τιμές ενέργειας, τις σχετικές με μια καθορισμένη δομή του συστήματος αυτού. Οι τιμές αυτές, εκφραζόμενες με κβαντικούς αριθμούς, είναι τόσο χαμηλότερες, όσο ψηλότερη είναι η μοριακή ευστάθεια. Όταν το σύστημα μπορεί να λάβει δύο ή περισσότερες καθορισμένες δομές, η αυτοσυνάρτηση της κανονικής του κατάστασης, που αντιστοιχεί στη στάσιμη κβαντική κατάσταση, δίνεται από το γραμμικό συνδυασμό των αυτοσυναρτήσεων που αντιστοιχούν, στις υποθετικές δομές. Το στοιχείο της αυθαιρεσίας στη μέθοδο βρίσκεται στην επιλογή των καταλληλότερων κβαντικών αριθμών, ώστε να επιτευχθεί το ελάχιστο ενέργειας για την ολοκληρωμένη αυτοσυνάρτηση, αλλά τούτο αντισταθμίζεται με το στατικό υπολογισμό των πιθανοτήτων. Φωτογραφία μιας απλής διάταξης, που παρουσιάζει το φαινόμενο του συντονισμού: η ταλάντωση των σκελών του διαπασών μεταδίδεται στην επιφάνεια του νερού. Κάτω από τη φωτογραφία, παράδειγμα χημικού συντονισμού: η δομή της τολουόλης (C6H5-CH3) συντονίζεται μεταξύ των τριών μεσομερών μορφών, που σημειώνονται. Ο συντονισμός, ο οποίος οφείλεται στην ταλάντωση (:) ενός ζεύγους ηλεκτρονίων, καθορίζει τον προσανατολισμό των συστατικών. Εδώ, τα ηλεκτρόφιλα συστατικά (αζωτικές, θειώδεις ομάδες κλπ.) μπαίνουν σε θέσεις ορθό- και παρα- σε όλες τις περιπτώσεις.
* * *
ο, Ν [συντονίζω]
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συντονίζω
2. μουσ. η συμφωνία τού τόνου, συντονία
3. φυσ. (στην κυματική) το φαινόμενο τής αύξησης τού πλάτους ταλάντωσης ενός συστήματος ως αποτέλεσμα τής επίδρασης ορισμένης εξωτερικής περιοδικής διέγερσης, η συχνότητα τής οποίας είναι παραπλήσια με μια από τις ιδιοσυχνότητες τού συστήματος
4. (ραδιοηλ.) φαινόμενο που παρατηρείται σε κυμαινόμενα ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά κυκλώματα, όταν αυτά διεγείρονται από μια εξωτερική ταλάντωση με συχνότητα ίση προς την ιδιοσυχνότητα τού κυκλώματος, φαινόμενο κεφαλαιώδους σημασίας στη ραδιοηλεκτρολογία τόσο για την εκπομπή όσο και τη λήψη ενός ραδιοτηλεοπτικού σταθμού
5. χημ. ουσιώδες χαρακτηριστικό ορισμένων χημικών ενώσεων, γνωστό και ως μεσομέρεια, σύμφωνα με το οποίο η ακριβής δομή τους δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί από έναν απλό συντακτικό τύπο, αλλά μόνον από έναν συνδυασμό περισσότερων διακεκριμένων εναλλακτικών τύπων
6. φρ. α) «ατομικός συντονισμός»
φυσ. φαινόμενο που συνίσταται στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στα άτομα και στις ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες και παρατηρείται μόνον για ορισμένες τιμές τής συχνότητας τής προσπίπτουσας ακτινοβολίας
β) «ερτζιανός συντονισμός»
φυσ. περίπτωση ατομικού συντονισμού που προκαλείται από μια ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία τής οποίας η συχνότητα ανήκει στην περιοχή τών ραδιοκυμάτων
γ) «ηλεκτρικός συντονισμός»
φυσ. φαινόμενο που παρατηρείται όταν σε ένα παλλόμενο ηλεκτρικό κύκλωμα επιβάλλεται ορισμένη περιοδική ηλεκτρική ταλάντωση συχνότητας ίσης με την ιδιοσυχνότητα τού κυκλώματος
δ) «οπτικός συντονισμός»
φυσ. περίπτωση ατομικού συντονισμού που προκαλείται από μια ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία τής οποίας η συχνότητα ανήκει στη φωτεινή περιοχή τού ηλεκτρομαγνητικού φάσματος
ε) «πυρηνικός συντονισμός»
φυσ. κατάσταση διέγερσης ενός ατομικού πυρήνα που σχηματίζεται κατά τη διάρκεια μιας πυρηνικής αντίδρασης, η οποία αντιστοιχεί σε μια τιμή τής ενέργειας τού σωματιδίου-βλήματος, τέτοια ώστε η μικροσκοπική ενεργός διατομή τής υπ' όψιν αντίδρασης να γίνεται μέγιστη
στ) «γιγαντιαίος πυρηνικός συντονισμός»
φυσ. περίπτωση πυρηνικού συντονισμού που αντιστοιχεί στη διέγερση ενός ατομικού πυρήνα κατά συλλογικό τρόπο, σύμφωνα με το σύνολο τών πρωτονίων και τών νετρονίων του ταλαντώνεται υπό μια καθορισμένη ολική στροφορμή
ζ) «ενέργεια πυρηνικού συντονισμού»
φυσ. η τιμή τής κινητικής ενέργειας τού σωματιδίου-βλήματος μιας πυρηνικής αντίδρασης, για την οποία υφίσταται πυρηνικός συντονισμός
η) «στάθμη πυρηνικού συντονισμού»
φυσ. ενεργειακή στάθμη τού σύνθετου πυρήνα, ο οποίος σχηματίζεται κατά τη διάρκεια μιας πυρηνικής αντίδρασης, η οποία είναι δυνατόν να οδηγήσει σε καταστάσεις πυρηνικού συντονισμού
θ) «περιοχή πυρηνικών συντονισμών»
φυσ. η περιοχή ενεργειών για την οποία η πιθανότητα απορρόφησης ενός νετρονίου από ένα δεδομένο νουκλίδιο, εμφανίζει μια σειρά διακυμάνσεων πολύ μεγάλου εύρους
ι) «σωματίδια συντονισμού» ή, απλώς, «συντονισμοί»
φυσ. ορισμένα ασταθή αδρόνια με εξαιρετικά σύντομη μέση ζωή
ια) «συντονισμός πολλαπλών κβάντων»
φυσ. διεργασία αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα άτομα και στις ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες κατά την οποία ένα άτομο, προκειμένου να πραγματοποιήσει μια μετάπτωση μεταξύ δύο ενεργειακών σταθμών, χρησιμοποιεί την ενέργεια περισσότερων τού ενός φωτονίων
ιβ) «συντονισμός παραγωγής σε μικροοικονομικό επίπεδο»
(οικον.) το σύνολο τών ενεργειών που γίνονται με στόχο τον συντονισμό τής δράσης τών διαφόρων τμημάτων παραγωγής μιας επιχείρησης
ιγ) «συντονισμός παραγωγής σε μακροοικονομικό επίπεδο»
(οικον.) το σύνολο τών ενεργειών που αναλαμβάνονται με στόχο τον συντονισμό τής παραγωγής τών επιμέρους κλάδων τής οικονομίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συντονισμός — ο ρύθμιση, εναρμόνιση: Συντονισμός των κινήσεων. – Συντονισμός όλων των δυνάμεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συντονισμός — [синтонизмос] ουσ. а укрепление, усиливание, одновременные действия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αισθητικοκινητικός συντονισμός — Χαρακτηριστικό των αντανακλαστικών φαινομένων. Τα φαινόμενα αυτά αποτελούνται από ερέθισμα που έχει ως αποτέλεσμα κινητική λειτουργία (αντίθετα από τα ιδεοκινητικά φαινόμενα κατά τα οποία οι ιδέες καταλήγουν αυτόματα σε πράξεις, χωρίς τη… …   Dictionary of Greek

  • μεσομέρεια — Όρος που υποδηλώνει την ύπαρξη μιας μέσης μορφής (μεσομερούς) μεταξύ δύο δομών της ίδιας ένωσης, οι οποίες, όμως, μεμονωμένες δεν μπορούν να περιγράψουν την πραγματική δομή του μορίου· ονομάζεται και συντονισμός. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται… …   Dictionary of Greek

  • οργάνωση επιχείρησης — Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά με τρεις διαφορετικές έννοιες: α) για να χαρακτηρίσει την καλή απόδοση της επιχείρησης στην οποία αναφέρεται (οργανωμένη επιχείρηση)· β) για να δείξει ορισμένες οργανωτικές καταστάσεις (ιεραρχική οργάνωση) ή την ίδια… …   Dictionary of Greek

  • Клеантис, Стаматис — Стаматис Клеантис (греч. Σταμάτης Κλεάνθης …   Википедия

  • ήχος — Διάδοση σε ένα ελαστικό μέσο των ταλαντώσεων που μεταδίδει σε αυτό ένα ταλαντούμενο σώμα (ηχητική πηγή). Συνήθως ή. ονομάζεται και το αποτέλεσμα που παράγεται από τις ελαστικές ταλαντώσεις στο εσωτερικό αφτί. Για το φυσιολογικό ανθρώπινο αφτί, το …   Dictionary of Greek

  • ακουστική — Το σύνολο των φαινομένων που έχει σχέση με την ακοή. Επίσης, επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενό της το σύνολο των φαινομένων, που έχουν σχέση με τις ελαστικές ταλαντώσεις και περιλαμβάνει: 1) Το τμήμα της φυσικής που εξετάζειτα ηχητικά… …   Dictionary of Greek

  • ανταπόκριση — η (Α ἀνταπόκρισις) η αναλογία, η αντιστοιχία νεοελλ. 1. επικοινωνία με γραπτό ή προφορικό λόγο 2. ανταπόδοση 3. δημοσίευμα που στέλνεται σε εφημερίδα (ή πληροφορία σε ραδιόφωνο, τηλεόραση) από συνεργάτη ανταποκριτή ο οποίος εργάζεται σε άλλη χώρα …   Dictionary of Greek

  • απόβαση — Επιθετική πολεμική επιχείρηση από τη θάλασσα, με δυνάμεις που μεταφέρονται κυρίως με πλοία ή άλλα σκάφη, με σκοπό την κατάληψη ενός μέρους εχθρικής ακτής και την εγκατάσταση προγεφυρώματος. Στη σύγχρονη στρατιωτική ορολογία, η α. συναντάται με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.